Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Το Πανυγήρι τ’ Αγιαννιού στη Χρυσοπηγή (Σποδιάνα) Τότε και τώρα

Παρουσίαση: Αθανάσιος Στάμος

Κάθε χρόνο στις 29 Αυγούστου, γιορτάζεται η μνήμη του αποκεφαλισμού του Ιωάννου του Προδρόμου του νηστευτή όπως έχει καθιερωθεί από την εκκλησία μας να ονομάζεται αυτή η ημέρα.

 
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι ο Πολιούχος και προστάτης της Χρυσοπηγής και των κατοίκων της.  Ο περικαλλής Ναός του ευρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα Νότια του χωριού στα ριζά του βουνού Πλατύς.
Θα περιγράψω με λίγα λόγια το Πανυγήρι που γινόταν και γίνεται και σήμερα με κάποιες διαφορές φυσικά.



Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950-1960. Η Χρυσοπηγή (Σποδιάνα είναι το παλιό όνομα), είχε 246 κατοίκους. Όλοι τους ήσαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Οι περισσότεροι είχαν μεγάλα κοπάδια από  γιδοπρόβατα, γελάδια, κότες, γουρούνια αλογογαϊδουρομούλαρα (τα συμπαθέστατα αυτά τετράποδα που κάλυπταν τις βασικές μεταφορικές τους ανάγκες) και άλλα οικόσιτα ζώα. Οι πιο γνωστοί τσελιγκάδες ήσαν οι Γιαννικαίοι από το Δρυμώνα, οι Γουρδουπαίοι από τη Λαγκάδα, οι Σταμαίοι από το Μπάρσεβο, οι Θεοφανόπουλοι από το Προντάνι, οι Ανδριόπουλοι από το Ραχεινό, οι Σκιαδαίοι από το ποτάμι, (όλα αυτά είναι τοπωνύμια της περιφέρειας Χρυσοπηγής). Οι Κραβαριωταίοι, οι Πετρουτσαίοι, οι Σουραίοι, οι Χατζαίοι, οι Αρβανητακαίοι, οι Βασιλόπουλοι, οι Βετσαίοι, οι Παπασταμαίοι, οι Πατσαβαίοι, οι Νικαίοι, οι Γιαννικόπουλοι, οι Αθανασακόπουλοι, οι Γουρδουπαίοι, οι Γιαννόπουλοι, και άλλοι. Η περιοχή προσφερόταν και προσφέρεται και σήμερα για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και την παραγωγή ειδών γάλακτος. Οι κάτοικοι, σχεδόν οι περισσότεροι είχαν ανοικοδομήσει τα  καταστραμμένα σπίτια τους, από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής τον Απρίλιο του 1944 και είχαν κάπως βελτιώσει τα οικονομικά τους.

Το πανυγήρι τ’ Αγιαννιού, που έδινε μια διαφορετική διάσταση στη πορεία της ζωής τους, το περίμεναν με μεγάλη αγωνία και χαρά. Από την προηγούμενη βδομάδα, όλοι οι κάτοικοι του χωριού άρχιζαν προετοιμασίες για τη μεγάλη αυτή γιορτή. Οι γυναίκες έπλεναν και ασβέστωναν τις αυλές, φρόντιζαν να έχουν όμορφους μπαξέδες με πολύχρωμα και ευωδιαστά λουλούδια κυρίως στα μπαλκόνια και γενικά στόλιζαν τα σπίτια τους ώστε οι Πανυγηριώτες να σχηματίσουν την καλύτερη εικόνα για την νοικοκυροσύνη  της κάθε σπιτονοικοκυράς.

Οι άντρες με προσωπική εργασία βελτίωναν τους δρόμους γύρω από το χωριό και μέχρι τον Αγιάννη. Έκοβαν τα κλαριά από τους θάμνους δεξιά και αριστερά του δρόμου, παραμέριζαν τις πέτρες και ότι άλλο θα δυσκόλευε το περπάτημα των προσκυνητών.  Στο τέλος όλοι μαζί άντρες και γυναίκες τακτοποιούσαν και την εκκλησία του Αγίου. Κρεμούσαν τα σημαιοστόλιδα στον αυλόγυρο χώρο, τις δάφνες στην είσοδο του Ναού και φρόντιζαν για την πιο όμορφη και εντυπωσιακή εμφάνιση του Ναού στο πρώτο αντίκρισμα του επισκέπτη προσκυνητή.

Κάποιοι άλλοι από το Κοινωτικό Συμβούλιο αναλάβαιναν να κλείσουν συμφωνία με μία ή δύο ή και τρις «κομπανίες» από καταξιωμένους οργανωπέχτες παραδοσιακής μουσικής για την ψυχαγωγία των προσκυνητών. Συνηθισμένες ορχήστρες ήταν του Σχοινά, του Καρμοκόλια, του Βέρα και άλλων.

Την παραμονή της γιορτής, πολλοί προσκυνητές έφταναν στον Άγιο με τα ζώα τους επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι για αυτοκίνητα. Φρόντιζαν όλοι οι καβαλαραίοι να έχουν ομορφοκεντιμένο απλάδι στη σέλλα ή στο σαμάρι του ζώου να κάθονται για να μην λερώνουν τα καινούργια τους ρούχα και τα φρεσκογυαλισμένα παπούτσια τους.

Μετά τον εσπερινό, οι περισσότεροι κοιμόντουσαν μέσα στην εκκλησία ή και έξω στον αύλιο χώρο για το καλό της υγείας τους. Το θρησκευτικό μέρος της γιορτής περιλάμβανε αρτοκλασία στον εσπερινό της παραμονής και την άλλη μέρα πρωί-πρωί, η καμπάνα που ήταν κρεμασμένη στο πουρνάρι της αυλής του Ναού, σκόρπιζε χαρμόσυνους ήχους σ’ ολόκληρη την περιοχή, οι προσκυνητές άρχιζαν να καταφτάνουν στον Άγιο και σε λίγη ώρα ο αυλόγυρος χώρος γέμιζε από πλήθος κόσμου. Πολλές φορές ερχόταν και ο Δεσπότης με την ακολουθία του από την Πάτρα για να ευλογήσει τους πιστούς και να χοροστατήσει στη θεία λειτουργία.

Το αναλόγιο ήταν πλαισιωμένο από καλήφωνους ψαλτάδες που ερχόντουσαν από άλλα χωριά και μαζί με τον καλήφωνο ψάλτη του χωριού μας Χρήστο Σούρα  σχημάτιζαν μια ωραία πολυφωνική χορωδία με το πλήθος των προσκυνητών να παρακολουθούν ευλαβικά  τη λειτουργία, οι περισσότεροι από τον περίβολο του Ναού.  Μετά το πέρας της Θείας λειτουργίας, άρχιζε ο χορός με κάποια από τις ορχήστρες να παίζει Δημοτική μουσική χωρίς χρήματα για το καλό της ημέρας. 

 Το Πανυγύρι και ο Εμπορικός του Χαρακτήρας

Το Πανυγήρι, εκτός από θρησκευτικό χαρακτήρα,  είχε εμπορικό και κοινωνικό. Από τους μικροπωλητές που είχαν στήσει τους πάγκους τους κοντά στην εκκλησία και κάτω από τον βαθύ ίσκιο που έδιναν τα δασύφυλλα πουρνάρια του Αγίου, εμείς οι «πιτσιρικάδες» τ’ αγόρια, αγοράζαμε καραμέλες, παιχνίδια, σφυρίχτρες, τσατσάρες, καθρεφτάκια, μπριγιόλ για τα μαλλιά μας, τα κορίτσια αγόραζαν τσιμπιδάκια, βραχιολάκια, φιογκάκια, και άλλα, οι δε μαμάδες αγόραζαν παντόφολες, κάλτσες, καλτσοδέτες, μαντίλια για το κεφάλι, μπρίκια για τους καφέδες και ότι άλλο μικροαντικείμενο έλλειπε από το σπίτι τους. Αγόραζαν επίσης τομάτες, πατάτες, ροδάκινα, σταφύλια, καρπούζια, πεπόνια με τη φέτα…πλούσια  υπαίθρια αγορά!!!

 Υπήρχαν όμως και τα «Τάματα»
 Πολλοί κτηνοτρόφοι έφερναν διάφορα ζώα «Τάμα» στον Άγιο, όπως κατσίκια, αρνιά, μοσχάρια, μέχρι και βαρέλια με τυρί τα πιο παλιά χρόνια  Όλα αυτά τα Τάματα, αναλάβαιναν οι επίτροποι και τα έβγαζαν στην Δημοπρασία την ίδια ημέρα της γιορτής και τα χρήματα που συγκέντρωναν έμπαιναν στο Ταμείο της εκκλησίας για να καλύψουν μελλοντικές ανάγκες της εκκλησίας του Αγίου. Μ’ αυτό τον τρόπο ολοκλήρωναν οι κτηνοτρόφοι το «Τάμα» τους στον Άγιο.  

Η Κουλούρα του Αγίου
 Κάθε χρόνο και με σειρά προταιριότητας, κάθε νοικοκυρά της Χρυσοπηγής, αναλάβαινε να φτιάσει την κουλούρα του Αγίου. Ήταν ένα καλοζημωμένο ψωμί σε ταψί με διάφορα πολύχρωμα ζαχαρωτά και άλλα γλυκαντικά. 
Δύο άτομα από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, αναλάβαιναν τη διαδικασία της λωταρίας. Όποιος την κέρδιζε, την έκοβε μικρά κομματάκια όπως το αντίδωρο του παπά και τη μοίραζε στους προσκυνητές με αγάπη και έπαιρνε την ευχή «να ζήσει χρόνια πολλά». Μερικοί από τους τυχερούς δεν ακολουθούσαν αυτή τη συνήθεια, αλλά την μετέφεραν στο σπίτι τους και την προσέφεραν στους μουσαφηραίους τους μόλις τελείωνε τα φαγητό.

 Στη συνέχεια, όλοι οι πανυγηριώτες κατέβαιναν στο χωριό, άνω και κάτω Χρυσοπηγή και πήγαιναν μουσαφηραίοι στα συγγενικά τους σπίτια για τα «χρόνια πολλά και για φαγητό». Έμεναν όμως και μερικοί στη πλατεία του χωριού, επειδή δεν είχαν συγγενείς και φίλους στο χωριό. Οι φιλόξενοι κάτοικοι της Χρυσοπηγής, αφού τακτοποιούσαν τους δικούς τους συγγενείς και φίλους στο τραπέζι που είχαν ετοιμάσει για το πανυγήρι, έβγαινε ο κάθε νοικοκύρης στη πλατεία και προσκαλούσε τους ξένους πανυγηριώτες για φαγητό και διασκέδαση στο σπίτι του. Το «καλεί η μέρα, λέγανε. να μην μείνει κανένας στο χωριό μας χωρίς φιλοξενία και διασκέδαση» 

Καλώς ορίστε φίλοι μου...


Το φαγητό ήταν πολύ λιτό, αλλά νοστιμώτατο. Όλοι οι κάτοικοι μαγείρευαν το ίδιο φαγητό «τομάτες γεμιστές με ρύζι και πατάτες στο φούρνο χωρίς λάδι, επειδή είναι τ’ Αγιαννιού του νηστευτή». Μετά το φαγητό, άρχιζε το καλωσόρισμα από τον σπιτονοικοκύρη με το «τραγούδι της τάβλας ή του τραπεζιού, όπως λέγεται, Καλώς ορίστε φίλοι μου στο σπίτι το δικό μου ….»

Όταν τελείωνε το τραγούδι του σπιτονοικοκύρη, άρχιζαν οι μουσαφηραίοι με το δικό τους τραγούδι: 

«Εμείς καλά τον ήβραμε  τούτον τον νοικοκύρη, με τα φαγιά με τα ποτά, με τις καλές κουβέντες…» 


Συμμετείχαν και οι γυναίκες αντιφωνικά. Ήταν ένας υπέροχος συνδυασμός από αντρικές και γυναικείες φωνές και σε πολύ λίγο χρόνο  όλο το χωριό γινόταν μια μουσική πανδαισία.

Ο οικοδεσπότης καλούσε στο πανυγήρι πάντοτε, τους καλύτερους τραγουδιστάδες, για το γιορτινό τραπέζι, από συγγενείς και φίλους. Όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν κεφάτους πανυγηριώτες και καλήφωνους τραγουδιστάδες.  

Γλέντι και με τα όργανα
Όταν ο ήλιος έγερνε κι’ έπαιρνε τ’ απόσκιο, άρχιζαν τα κλαρίνα σιγά – σιγά  με κοφτούς ήχους να καλούν τους πανυγηριώτες για «γλέντι με τα όργανα». Οι οργανωπέχτες ήταν πάντοτε στο μαγαζί του Χρήστου του Σούρα στο πλατάνι κοντά στο σχολείο ή στο μαγαζί του Χαράλαμπου του Σκιαδά δίπλα στη Βρύση στο κάτω χωριό.

 Ο μεγαλύτερος σε ηλικία κάτοικος του χωριού ήταν ο γερο-Τάσος ο Σούρας. Υπήρχε η συνήθεια ο γερο-Τάσος με τη γρια-Τάσαινα ν’ αρχίζουν πρώτοι το χορό με το τραγούδι «νάσαν τα νειάτα δυο φορές τα γερατειά καμία …»  Χόρευε αυτός ο καλοσυνάτος γέροντας με καμάρι και με την πληθωρική του προσωπικότητα καλωσόριζε τους πανυγηριώτες στο χωριό μας «να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά και να γλεντάτε τη ζωή σας», έλεγε. Μετά τα παρατεταμμένα χειροκροτήματα και το «γεια σου γερο-Τάσο λεβέντη», έπαιρνε σειρά η γρια-Τάσσαινα με το αργό συρτό «κι’ ας πάν’ να δουν τα μάτια μου πως τα περνα’ η αγάπη μου» και το γλέντι συνεχιζόταν με όλους τους χορευτές μέχρι τα μεσάνυχτα.

Τα όργανα σταματούσαν τότε να παίζουν γιατί όλοι οι πανυγηριώτες επέστρεφαν στα σπίτια της φιλοξενίας του χωριού όπου άρχιζε το κύριο φαγητό του πανυγηριού, με ψητά κρέατα, ψητά κοτόπουλα, φρέσκο ζυμωτό ψωμί, τυρί, γιαούρτι, ντόπιο κρασί, γλυκά, φρούτα και ότι άλλο ο οικοδεσπότης μπορούσε να προσφέρει στους μουσαφηραίους του. Άρχιζαν και πάλι τα όμορφα αντιφωνικά τραγούδια σ’ όλα τα σπίτια, με γυναικείες και αντρικές φωνές.

 Γύρω στις 2.30 τις πρωινές ώρες, τα όργανα άρχιζαν και πάλι να καλούν τους γλετζέδες στη πίστα για χορό. Τώρα, πλέον, μετά το φαγητό και το γλυκόπιοτο ντόπιο κρασί, τόλεγε η καρδούλα τους πιο δυνατά και ακουμπούσαν με κέφι τις λιγοστές οικονομίες τους στα πόδια της «διαβολεμένης χορεύτρας» που τους ξεσήκωνε με τις προκλητικές της φιγούρες και τα γλυκόηχα τραγούδια της.

 Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν μικροφωνικές συσκευές, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Χρήστος ο Σούρας για φωτισμό είχε συσκευές ασετιλίνης που η φλόγα τους δεν έσβηνε ακόμα και σε δυνατό νυχτερινό αεράκι, ο δε Χαράλαμπος Σκιαδάς χρησιμοποιούσε για φωτισμό λάμπες Λούξ ειδικής κατασκευής. Η διασκέδαση συνεχιζόταν μέχρι το πρωί που ανέτειλε ο ήλιος. Μετά απλωνόταν απόλυτη σιγή σ’ όλο το χωριό. Όλοι πήγαιναν για ύπνο. Το απόγευμα της δεύτερης ημέρας άρχιζε και πάλι το γλέντι μέχρι το ξημερώματα της τρίτης ημέρας. 

Το Πανυγήρι και ο Κοινωνικός του Χαρακτήρας
Το πανυγήρι τ’ Αγιαννιού έπαιζε και ρόλο γνωριμίας της νεολαίας του χωριού μας καθώς και νεολαίων από τα γειτονικά χωριά που είχαν έρθει να διασκεδάσουν μαζί μας. Τα ήθη της εποχής ήταν πολύ αυστηρά και τα αγόρια και τα κορίτσια αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες να συναντηθούν και να γνωριστούν. Ο χορός ήταν ο μοναδικός τρόπος να κρυφομιλήσουν, να χορέψουν  όμορφους λεβέντικους χορούς, ν’ ανταλλάξουν κρυφές ματιές, να καμαρώσουν τα αγόρια τα όμορφα φορέματα των κοριτσιών και να γίνουν σχόλια από την αυστηρή κοινωνία της περιοχής μας για τους νέους και τις νέες.

Υπήρχαν όμως και οι περίεργοι έξω από το χορό που παρακολουθούσαν τη συμπεριφορά των νέων. Έβγαζαν εύκολα και γρήγορα τα συμπεράσματα ποιοι και ποιες φαίνονταν «ερωτο-τσιμπιμένοι στο χορό». Τις επόμενες ημέρες, οι προξενητάδες και οι προξενήτρες (υπήρχαν αρκετοί στο χωριό και στη γύρω περιοχή), άρχιζαν δουλειά. Πλησίαζαν τους γονείς των νέων και άρχιζαν τα γνωστά παινέματα για τη κόρη και για το γιό και τα παζαρέματα «πόσα χρυσά φλωριά δίνει η νύφη γι’ αυτό το άξιο παλικάρι…». Η προίκα είχε την πρώτη θέση στο παζάρεμα. Οι περισσότερες γνωριμίες από το πανυγήρι κατέληγαν σε αρραβώνες και γάμο όταν και οι δυο οικογένειες συμφωνούσαν.

 Όταν όμως δεν υπήρχε συμφωνία οικογενειών, κι' αυτό επειδή οι "προικοθήρες" ήταν πολύ σκληροί στις απαιτήσεις τους για μεγάλη προίκα, τότε ο επίδοξος γαμπρός συγκέντρωνε τους φίλους του και..."μια ωραία νύχτα χωρίς φεγγάρι" με τη δική τους βοήθεια «έκανε τα σχέδια της απαγωγής». Να κλέψουν την όμορφη Σποδιανιώτισσα, τη καλή νοικοκυρά και ας μην είχε προίκα. Την άλλη μέρα γινόντουσαν τα στέφανα και ο προξενητής "της απαγωγής" έστελνε μήνυμα στους γονείς ότι η κόρη τους παντρεύτηκε, "είναι σε καλά χέρια και ο γαμπρός είναι έντιμος άνθρωπος και καλός νοικοκύρης" να μην ανησυχούν. 

Βέβαια αυτή η πράξη δημιουργούσε "ένα κοινωνικό στίγμα" και προσβολή στην αξιοπρέπεια της οικογένειας της νύφης που εκείνη την εποχή,  η αυστηρή κοινωνία του χωριού, έκρινε και κατάκρινε τέτοιες ενέργειες, αλλά ο προξενητής, καθώς και άλλοι συγγενείς και φίλοι των δυο οικογενειών, τις συμφιλίωναν και απομάκρυναν τις διαφαινόμενες δυσάρεστες καταστάσεις. «Κοίτα μάνα, πάρε κόρη», έλεγαν οι άντρες ή «Πάρε σκύλο από μαντρί και γυναίκα από σόι». Τέτοιου είδους απαγωγές γυναικών, γινόντουσαν και σε άλλα χωριά με πολύ δυσάρεστες συνέπειες, όπως εκβιασμοί για προίκα μετά τον πρώτο βλαστό της νεοσύστατης οικογένειας, δικαστικές διαμάχες για το κληρονομικό μερίδιο της νύφης από την πατρογωνική εστία, κυρίως όταν άρχιζαν να αναφαίνονται  στον ορίζοντα τα πρώτα σημάδια οικονομικών δυσκολιών.

 Όμως οι Σποδιανιώτισσες, όλες άξιες και προκωμένες, στο καινούργιο σπιτικό τους, δημιούργησαν οικογένειες, οργάνωσαν νοικοκυριά, μεγάλωσαν και πάντρεψαν παιδιά, είδαν εγγόνια, πάντα με αξιοπρέπεια  και  αγάπη,  αλλά... χωρίς "παζαρέματα" για προίκα!

Και σαν Επίλογος ...
Από τη σκέψη μου περνούν ωραίες και δυνατές αναμνήσεις με νοσταλγία και συγκίνηση. Προσκυνητές με μεγάλες λαμπάδες και Τάματα, να καταφτάνουν στον Άγιο απ’ όλα τα μέρη της ευρύτερης περιοχής του Νομού Αχαΐας,άλλοι πεζοπορία, άλλοι καβαλαραίοι και άλλοι να περπατάνε με τα γόνατα, εξαθλιωμένοι από την κούραση και την ταλαιπωρία για το Τάμα, άλλοι να διαλαλούν τη πραμάτεια τους στο περίβολο του Ναού κι’ άλλοι να κάνουν γνωριμίες και φιλίες με γνωστούς και άγνωστους προσκυνητές.

Σήμερα το πανυγήρι δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο, έχει όμως άλλη χάρη. Δεν πάνε οι προσκυνητές με τα ζώα τους στον Άγιο όπως τότε, αλλά με τ’ αυτοκίνητά τους. Δεν περπατάνε στο κακοτράχαλο δρομάκι που οδηγούσε στον Άγιο. Δεν κοιμούνται μέσα στην εκκλησία ή στο προαύλιο και δεν διασκεδάζουν όπως οι κάτοικοι της Χρυσοπηγής τη παλιά εποχή. Δεν διατηρούν εκείνους τους δεσμούς με την παράδοση και δεν αναβιώνουν τα έθιμα του τόπου με τη λαμπρότητα που τους αξίζει. Δεν γίνονται απαγωγές γυναικών. Καταργήθηκε με νόμο αυτός ο απαίσιος θεσμός  της προίκας που καταστούσε τη γυναίκα αντικείμενο οικονομικής διαπραγμάτευσης. Τα κορίτσια μας, σήμερα διαθέτουν μόρφωση, διαθέτουν επιστημονική κατάρτηση, διαθέτουν επαγγελματική καταξίωση και οι γαμπροί δεν διαπραγματεύονται προίκα. 

Δυστυχώς, όμως, κάθε εποχή διαμορφώνει το δικό της τρόπο ψυχαγωγίας των ανθρώπων της. Όμως η μνήμη και η πολιτισμική κληρονομιά δεν είναι κτήμα μόνο μιας γενιάς αλλά υποχρέωση και καθήκον όλων μας να παραδώσουμε αυτό το κομμάτι της δικής μας παράδοσης που παραλάβαμε από τους γονείς μας  στις επόμενες γενιές που θ’ ακολουθήσουν χωρίς  καλλιτεχνικές αλλαγές και μεγάλες προσαρμογές στη σύγχρονη κοινωνία. Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος του χωριού μας έχει αναλάβει μια τεράστια υποχρέωση … να διατηρήσει  ανόθευτη και γνήσια τη δική μας παράδοση, το Πανυγήρι τ' Αγιαννού, με τους χορούς και τα γλέντια στη πλατεία και στα σπίτια με τα φιλικά τραπεζώματα και τα αντιφωνικά τραγούδια, γιατί έχει τη δική της αξία, τη δική της γοητεία η δική μας παράδοση. Δίνει νόημα και λαμπρότητα στο χωριό μας.  Άς προσπαθήσουμε όλοι μαζί.

Αθανάσιος Στάμος   Χρυσοπηγή Ιούλιος  2013
Στοιχεία από το ανέκδοτο βιβλίο μου
«Μνήμες και Θύμισες 
από την παραδοσιακή Σποδιάνα»


Για να δείτε και να διαβάσετε  για τον πολιτιστικό σύλλογο 
του χωριού, κάνετε κλικ εδώ!
Mοιραστείτε στα σχόλια  τις δικές  σας ιδέες  και παρατηρήσεις  σχετικά  με το θέμα!

3 σχόλια:

  1. ΑΡΚΕΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΡΘΡΟ! ΔΙΑΒΑΣΑ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΑ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ωραία περιγραφή ωραίων εποχών και παραδόσεων. Δεν ήμαστε τόσο μακριά, έστω χρονολογικά, από αυτή την πιο άμεση επαφή των ανθρώπων και δεν πρέπει να τα ξεχάσουμε όλα αυτά στην προσπάθεια μας να γίνουμε κάποιοι άλλοι με περισσότερα χρήματα και καλύτερο τρόπο ζωής -όπως πιστεύουμε-. Κάθε τόπος έχει την ιστορία του, τις παραδόσεις του, τα έθιμα του, τον πολιτισμό του και τους ανθρώπους του, που είναι οι δημιουργοί όλων αυτών. Συγχαρητήρια για το ενδιαφέρων σας και την καταγραφή όλων αυτών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μας λειπουν ολα αυτα τα ωραια του χωριου. Μικροι πηγαιναμε με τα ποδια στην Παναγια την Χρυσοποδαριτισσα και τον Αη Γιαννη. Στην Κεριαννα οπως λεγονταν και στην Αμουτσιλα. Το πανηγυρι στην πλατεια και το καφενειο που πλεον δεν υπαρχει. Ωραιες εποχες...κριμα που δεν θα τις ζησουν τα παιδια μας. Συγχαρητηρια για το αρθρο. Εκ των Νικαιων το σχολιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή