Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ (ΣΠΟΔΙΑΝΑ) Τότε και Τώρα - Απρίλιος 2013

(Αναδημοσίευση)
 Το Πάσχα, είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Γιορτάζεται η Ανάσταση του Ιησού Χριστού μετά από την βδομάδα των Παθών. Πάσχα σημαίνει «πέρασμα από το ένα σημείο στο άλλο». Από το πένθος στη χαρά, από το πόνο στην ανακούφιση, από το σκοτάδι στο φως. Και το «βαθύτερο νόημα της γιορτής αυτής, κατά τη Χριστιανική αντίληψη, είναι το πέρασμα των ανθρώπων στη Βασιλεία των Ουρανών».



Θα προσπαθήσω να εκθέσω μερικές μνήμες και θύμησες από το γιορτασμό του Πάσχα στο χωριό  Χρυσοπηγή (Σποδιάνα) τη δεκαετία 1950-1960. Έχω τη καλή τύχη να έχω γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ αυτό το όμορφο χωριό και να έχω ζήσει τα ήθη, τα έθιμα και τις ωραίες  συνήθειες της εποχής εκείνης. 

Κάθε χρόνο, το Μεγαλοβδόμαδο, οι γυναίκες του χωριού άρχιζαν τις προετοιμασίες για την ημέρα του Πάσχα. Ασβέστωναν τις αυλές και καθάριζαν τα σπίτια, μέσα κι’ έξω. Έφτιαχναν τα κουλούρια με τις καλύτερες συνταγές κυρίως με προζύμι. Έκαναν και το πλύσιμο των ρούχων στην Κεριάνα ή και στη βρύση του χωριού οι κατωχωρίτισσες. Οι δε πανωχωρίτισσες στην Αμμουτσίλα με τα πολλά νερά  Τα ασπρόρουχα  έπρεπε να είναι καλοπλυμένα και να έχουν τη μυρωδιά της αλισίβας. Τα έπλεναν με αλισίβα που έφτιαχναν οι γυναίκες από στάχτη ξύλων. Ήταν το πιο θαυμάσιο και αγνό απορρυπαντικό του χωριού μας. Ο κόπανος, ένα κομμάτι ξύλο σε επίπεδη μορφή από τη μια πλευρά και σαμαρωτή από την άλλη, ήταν το στιφτύρι των ρούχων.

 Η εκκλησία του χωριού, οι Ταξιάρχες, όλες τις ημέρες της Μεγάλης εβδομάδας ήταν ανοικτή και ο παπάς διάβαζε «όλα τα γράμματα της ημέρας» δεν παρέλειπε, δηλαδή, καμία ευχή. Τη Μεγάλη Πέμπτη, που το θείο δράμα φτάνει στη κορύφωσή του, τα παιδιά του χωριού πήγαιναν στο Μοναστήρι της Χρυσοποδαρίτισσας κοντά στο ποτάμι ή και σε άλλες τοποθεσίες της περιοχής να φέρουν βάγια και να μαζέψουν αγριολούλουδα για να στολίσουν την επόμενη ημέρα, Μεγάλη Παρασκευή, τον επιτάφιο. Ήταν έθιμο, το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, οι ελεύθερες κοπέλες με τις νιόπαντρες κυρίες, να φέρνουν άσπρα λουλούδια και να ξεκινούν τη διαδικασία για το στολισμό του επιταφίου. Η καμπάνα, που κρεμόταν στην αγραπηδιά κοντά στην εκκλησία, χτυπούσε θλιμμένα. Αυτή τη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη, οι γυναίκες έφτιαχναν τα κουλούρια και έβαφαν τα αυγά κόκκινα, το χρώμα του αίματος του Χριστού, σύμβολα της γονιμότητας, που συνδέονται με το θάνατο και την προετοιμασία για την αναγεννημένη ζωή. 

Τη Μεγάλη Παρασκευή, που το θείο δράμα κορυφώνεται, πρωί-πρωί, τα παιδιά του χωριού πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν με θλιμμένη φωνή Τα Πάθη του Χριστού.

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερον όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, σήμερον έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρις καταραμένοι για να σταυρώσουν το Χριστό των πάντων βασιλέα...».   
           
Το βράδυ όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν στην εκκλησία στον επιτάφιο και όλοι έψελναν τα εγκώμια, μαζί με τους καλήφωνους ψάλτες του χωριού μας, με μεγάλη κατάνυξη και βαθειά συντριβή. Όταν ερχόταν η στιγμή της περιφοράς του επιταφίου, τέσσερις άνδρες σήκωναν τον επιτάφιο και μπροστά ο Σταυρός και τα εξαπτέρυγα μετά ο ιερέας με τους ψάλτες και τον επιτάφιο, ακολουθούσε όλο το εκκλησίασμα και γινόταν η περιφορά γύρω από την εκκλησία τρις φορές. Η πομπή σταματούσε κατά διαστήματα, ο παπάς μνημόνευε και οι ψάλτες έψελναν το «κύριε ελέησον» τρις φορές.Όταν η περιφορά τελείωνε, γινόταν είσοδος στην εκκλησία με τους πιστούς να περνούν κάτω από τον επιτάφιο για να πάρουν την ευλογία του.
Το Μεγάλο Σάββατο γίνονταν όλες οι προετοιμασίες για την Τελετή της Αναστάσεως του Κυρίου και οι μεγαλύτεροι μάζευαν ξύλα για το ψήσιμο του οβελία. Από νωρίς τα παιδιά πήγαιναν για ύπνο για να μπορούν ν’ αντέξουν στην Ανάσταση.

Γύρω στις 11 τη νύχτα χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας των Ταξιαρχών, και σκόρπιζε χαρμόσυνους ήχους σ’ όλο το χωριό. Όλοι οι κάτοικοι ξυπνούσαν τα παιδιά τους, φορούσαν τα καλύτερά τους ρούχα και άνδρες, γυναίκες και παιδιά, οικογενειακώς ξεκινούσαν για την εκκλησία να κάνουν Ανάσταση.

Οι κατωχωρίτες   με τα τετράπλευρα γυάλινα λαδοφάναρα στο χέρι ανέβαιναν το κακοτράχαλο δρομάκι από τις μουρίτσες (τοπωνύμιο νότια του χωριού) και έφταναν στην εκκλησία. Κοντοστέκονταν στο προαύλιο για να συγκεντρωθεί όλη η οικογένεια του κάθε νοικοκύρη και μπροστά ο αρχηγός της οικογένειας, ακολουθούσαν τα υπόλοιπα μέλη με τη μαμά και έμπαιναν στην εκκλησία. Ο πατέρας αγόραζε τα κεριά της οικογένειας και το κερί του Αναστάντα Χριστού και το άναβε στο μανουάλι που είναι κοντά στην Ωραία Πύλη. Επικρατούσε άκρα σιγή και ευλάβεια πολύ. Έπρεπε να είναι όλοι στη κορυφαία γιορτή της Χριστιανοσύνης, την Ανάσταση, ακόμη και εκείνοι που είχαν τα κοπάδια τους στα χειμαδιά και ήταν πολύ μακριά από το χωριό. Κατά διαστήματα έβγαινε ο παπάς από το Ιερό της εκκλησίας και ρωτούσε αν είχαν έρθει όλοι. Πολλές φορές η τελετή της Αναστάσεως αργούσε πολύ να γίνει, επειδή οι τσοπάνηδες, χρειαζόντουσαν χρόνο για να έρθουν στην εκκλησία να «κάνουν Ανάσταση»

Όταν τελικά ήταν όλοι οι κάτοικοι στην εκκλησία, έσβηναν όλα τα φώτα και ο παπάς έπαιρνε φως από το καντήλι του Χριστού και έψελνε «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός…». Ο κάθε αρχηγός της οικογένειας πήγαινε στον παπά και άναβε όλα τα κεριά, έριχνε και ένα φιλοδώρημα στο δίσκο για τον παπά και έδινε μετά από ένα κερί σε κάθε μέλος της οικογένειάς του. Το σημαντικό είναι, ότι όλα τα μέλη της οικογένειας φιλούσαν το χέρι του αρχηγού, που ήταν συνήθως ο πατέρας ή ο παππούς, όταν έπαιρναν το αναμμένο κερί. Μετά έβγαιναν όλοι στο προαύλιο της εκκλησίας, αν ήταν καλός καιρός, ο παπάς διάβαζε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως και έψαλλε  με τον κορυφαίο ψάλτη του χωριού μας, Χρήστο Σούρα και μ’ όλους τους χωρικούς «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών …».

Η καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα, η ατμόσφαιρα τρανταζόταν από τα βαρελότα και τους πυροβολισμούς. Οι κάτοικοι ασπαζόταν ο ένας τον άλλον, τα μίση και τα πάθη μεταξύ των κατοίκων, αν υπήρχαν, αναστέλλονταν ή χαλάρωναν  ή καταργούνταν, Αναστήθηκε ο Χριστός, νίκησε το θάνατο, έφερε ειρήνη και αγάπη και όλοι αναφωνούσαν στο  «Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη».

Μετά το πέρας της Αναστάσιμης ακολουθίας, με αναμμένα τα φαναράκια με το φως της Αναστάσεως επιστρέφουν όλοι μαζί στο χωριό και ο καθένας με την οικογένειά του κατευθύνεται στο σπίτι του που έχει αφήσει αναμμένο το τζάκι και ένα λύχνο να φωτίζει. Η οικοδέσποινα σβήνει το παλιό φως από το καντήλι του σπιτιού και το ανάβει με το αναστάσιμο φως και ο οικοδεσπότης με το αναμμένο κερί κάνει το σημείο του σταυρού στο ανώφλι της πόρτας της εισόδου. Στρώνεται το τραπέζι, τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά και τρώνε τη μαγειρίτσα που είχε ετοιμάσει η μαμά-οικοδέσποινα από νωρίτερα πριν χτυπήσει η καμπάνα. Τα παιδιά πάνε για ύπνο και ο πατέρας αρχίζει τη προετοιμασία για το κοκορέτσι και το αρνί της σούβλας.

Πρωί-πρωί τη Κυριακή, ο Λαμπριώτης, το Πασχαλινό αρνί, το θρεφτάρι, όπως το έλεγαν, είχε την τιμητική του. Πρέπει να έχει πιει πολύ γάλα από τη μάνα του και να είναι «τετράπαχος». Λένε ότι «ο Λαμπριώτης, πρέπει να φάει πολύ από το χέρι του τσοπάνη για να δείξει η σπάλα τα μελλούμενα.» γι’ αυτό και ο τσοπάνης δεν τον απόκοβε από τη μάνα του. Τώρα όμως πρέπει να ετοιμαστεί για το ψήσιμο. Οι χοντρονοικοκυραίοι του χωριού και πολλοί τσοπάνηδες που κρατούσαν το έθιμο, «αρνί στη σούβλα», έψηναν το αρνί σε «ξύλινη σούβλα» με θράκα από κληματόβεργες. Γινόταν, έλεγαν, νόστιμο, «γιατί έχει τη μυρουδιά τ’αμπελιού». Άρχιζαν πολύ νωρίς το άναμμα της φωτιάς για να «πέσει η θράκα» και βοηθούσαν σχεδόν όλα τα μέλη της οικογένειας στο γύρισμα της σούβλας και  κατά το μεσημεράκι το αρνί ήταν έτοιμο και καλοψημένο.

Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι το έθιμο του οβελία προέρχεται από τις θυσίες των αρχαίων Ελλήνων στους θεούς τους για παράκληση ή ευχαριστίες. «Έσμιγε, λέει ο Όμηρος, η σπονδή του γλυκόπιοτου κρασιού με τη τσίκνα του ψημένου θύματος στη θράκα … και ξύπναγε το κέφι και τη διάθεση των θεών». Στη Χριστιανική Θρησκεία, όμως, συμβολίζει τον Ιησού Χριστό που θυσιάστηκε και νίκησε το θάνατο, για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Τα άλλα νοικοκυριά που δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, έψηναν το αρνί στο φούρνο ή στη γάστρα. Το Πασχαλινό τραπέζι ήταν πλούσιο, αρνί ψητό, γιαούρτι, τυρί, κρασί, κουλούρια και πολλά κόκκινα αυγά. Έριχναν και τουφεκιές για το καλό της ημέρας. Αναστήθηκε ο Χριστός, ενίκησε το θάνατο.

Το Απόγευμα, γύρω στις δύο η ώρα, χτυπούσε η καμπάνα των Ταξιαρχών. Ήταν η ώρα της Αγάπης. Όλοι ξεκινούσαν για την εκκλησία με το Πασχαλινό τους κερί. Το κρατούσαν αναμμένο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας και όταν ο παπάς έλεγε «Χριστός Ανέστη» όλοι έλεγαν «Αληθώς Ανέστη» και σήκωναν το κερί ψηλά. Όταν τελείωνε η Αναστάσιμη λειτουργία, άφηναν το κερί τους στο παγκάρι της εκκλησίας και έβγαιναν στο προαύλιο και αντάλλασαν χειραψίες και φιλιά με θερμές ευχές για μακροζωία και προκοπή. Μόλις έβγαινε ο παπάς και έδινε τις δικές του ευχές, άρχιζε ο χορός με τον παπά να ξεκινάει πρώτος το χορό και να τραγουδάνε όλοι μαζί αντιφωνικά. Δύο δίπλες ο χορός και στη μέση πάντα οι γυναίκες με τον πιο «τσαχπίνη άνδρα μασχαλιάρη». Έπρεπε να χορέψουν όλοι και όλες οι γυναίκες.

 Υπήρχαν καλοί τραγουδιστές στη δεκαετία του 1950-1960  και καλοί χορευτές στο χωριό μας. Όλοι ήξεραν να χορεύουν και να τραγουδάνε. Έτσι είχε αναπτυχθεί το ντόπιο ανθρώπινο ταλέντο στο τραγούδι και στο χορό που άφησε τις καλύτερες μνήμες και θύμησες για τις μετέπειτα γενιές. Δεν ξεχνιόνται οι καλύφωνοι τραγουδιστές, Φίλιππας Βέτσος, Γεώργιος Βέτσος, Κώστας Πατσαβάς, Θοδωράκης Στάμος, Νίκος Χατζής, Νίκος Στάμος, Αποστόλης Γιανικόπουλος, Θοδωράκης Πετρούτσος με τα παιδιά του Γιώργη, Γιάννη, Βασίλη και Παναγή, οι Γουρδουπαίοι, οι Γιαννόπουλοι, οι Βασιλόπουλοι, οι Κραββαριωταίοι, οι Σουραίοι, οι Σκιαδαίοι και πολλοί άλλοι.

Όλοι τους νοικοκυραίοι, αγαπημένοι, με πολυμελείς οικογένειες με όνειρα και προσδοκίες για ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους, έδιναν νόημα και ζωντάνια στο χωριό. Κρατούσαν όλα τα έθιμα και αγωνίζονταν σκληρά να τα διατηρήσουν και να τα αφήσουν παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Ένας ντόπιος πολιτισμός μια ντόπια λαϊκή παράδοση που διαμορφώθηκε από ντόπιους απλούς ανθρώπους.

Οι γυναίκες, νέες κοπέλες με κοντές φούστες, όμορφα στολίδια στο στήθος, και κόμμωση στεφάνι τα μαλλιά, τραγουδούσαν ωραία και χόρευαν ωραία. Αποτελούσαν όλες τους τη θυλική ομορφιά του χωριού μας. Η Ελένη, η Τασούλα, η Αγγέλω, η Γεωργία, η Ουρανία, η Σοφία, η Ασπασία, η Θεώνη, η Σούλα, η Ανιώ, η Χριστίνα, η Φωφώ, η Αγγελική και πολλές άλλες, όμορφες και γοητευτικές κοπέλες που έγιναν περιζήτητες νύφες στα γειτονικά χωριά και σ’ άλλα μέρη.

Μόλις ο ήλιος έγερνε στη Δύση του και χανόταν στο απέναντι βουνό της  Κορένας, τελείωνε η «διασκέδαση της Αγάπης» και όλοι γύριζαν στα σπίτια τους και άρχιζαν προετοιμασίες για την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα του Πάσχα, που θα δινόταν η συνέχεια στον Άγιο Γεώργιο.

                 ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΩΡΓΗ
Τη Δευτέρα της Λαμπρής, όλοι οι κάτοικοι της Χρυσοπηγής πήγαιναν στον Αγιο Γεώργιο, ένα όμορφο και γραφικό εκκλησάκι στον άνω συνοικισμό της Χρυσοπηγής. Πήγαιναν και οι Γιώργηδες με την καλοφτιαγμένη κουλούρα που είχε πολλά ανάγλυφα κεντήδια (στολίδια) γύρω-γύρω, με πολλά ζαχαρένια κουφέτα και ένα κόκκινο αυγό στη μέση, τυλιγμένη σε μια πάνινη μεγάλη κροσάτη πετσέτα και την άφηναν επάνω στη σκεπή της εκκλησίας από το νότιο μέρος που ήταν εύκολη η πρόσβαση. Οι πολλές κουλούρες στη σειρά επάνω στα κόκκινα κεραμίδια της εκκλησίας, προκαλούσαν τους νέους που ο πρώτος στο τρέξιμο θα έπαιρνε και μία.
Μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας, όλοι κατέβαιναν στα αλώνια του πάνω χωριού και καθόντουσαν στις πεζούλες, εκτός από τους Γιώργηδες με τις κουλούρες που έμεναν στο προαύλιο της εκκλησίας. Τότε έβγαιναν οι γυναίκες των Γιώργηδων με τα παιδιά από τα σπίτια τους, με δίσκους και ταψιά με ψημένα κρέατα, ψωμί χωριάτικο ζυμωτό, τυρί, ελιές, πίτες και κρασί και έβαζαν, με τη σειρά, ένα μεζέ κρέας στεγνό μ’ αλατοπίπερο και μια μπουκιά ψωμί στο στόμα κάθε χωρικού, ακολουθούσε το τυρί, οι πίτες, το κρασί που με το ίδιο ποτήρι έπιναν όλοι και ευχόντουσαν να ζήση ο Γιώργης και χρόνια του πολλά.

Πιο πέρα ετοιμαζόταν η ομάδα των νέων που θα έτρεχε για την πρώτη κουλούρα. Μόλις ένας από τους Γιώργηδες ανέβαινε στη μεγάλη πέτρα έξω από την εκκλησία τ’ Αηγιώργη και σήκωνε ψηλά και κάπως προκλητικά την κουλούρα του, ξεκίναγαν από τ’ αλώνια οι «πηλαλητές» και έτρεχαν μέσα από σπαρτά και πεζούλια, μια ανώμαλη απόσταση περίπου 200 μέτρων, για να πάρει ο πρώτος τη κουλούρα. Την απόσταση την κανόνιζαν οι Γιώργηδες ύστερα από απόφαση δική τους.
 Το έπαθλο ήταν «το μεσαίο κομμάτι της κουλούρας με το κόκκινο αυγό» και ο νικητής ήταν ο επίσημος καλεσμένος στο τραπέζι του Γιώργη. Ακολουθούσε η επόμενη ομάδα «πηλαλητών» για την κουλούρα του επόμενου Γιώργη. Αυτό γινόταν μέχρι να τελειώσουν όλες οι κουλούρες των Γιώργηδων. Ήταν πολλές οι κουλούρες και ερχόντουσαν «πηλαλητές» και από τα γύρω χωριά Ρίκαβα και Λακκώματα να τρέξουν για τις κουλούρες, πράγμα που δεν ήταν επιθυμητό από τους ντόπιους «πηλαλητές». Υπήρξε φοβερός ανταγωνισμός και μερικές φορές κατέληγε και σε φραστικές παρεξηγήσεις.

Όταν είχαν αδειάσει όλοι οι δίσκοι με τα φαγώσιμα από το υπαίθριο «γιορτάσι» των Γιώργηδων, άρχιζε το μοίρασμα της κουλούρας. Όλες οι κουλούρες κοβόντουσαν μικρά κομματάκια, όπως το αντίδωρο του παπά, και μοιράζονταν στους χωρικούς. Ύστερα από το φαγοπότι και «το τσακίρ κέφι» που είχε δημιουργήσει αυτή η χαρούμενη και άκρως εντυπωσιακή ατμόσφαιρα, άρχιζε ο χορός με αντιφωνικά τραγούδια και οι Γιώργηδες να σέρνουν πρώτοι το χορό. Το γλέντι άναβε και το κέφι ξεσήκωνε όλους να χορέψουν τα όμορφα τραγούδια που τραγουδούσαν οι καλήφωνοι τραγουδιστές του χωριού μας. Έπρεπε να χορέψουν όλοι και όλες.

 Όταν τελείωνε ο χορός, σχηματίζονταν μικρές ομάδες χωρικών και έκαναν επίσημες επισκέψεις στα σπίτια των Γιώργηδων που γιόρταζαν, να ‘πουν τα χρόνια πολλά, να πάρουν το γλυκό τους, που ήταν κυρίως, παντεσπάνι ή κουραμπιές και οι συγγενείς και οι φίλοι καθόντουσαν στο εντυπωσιακό, πλούσιο και καλοστρωμένο τραπέζι, που είχε ετοιμάσει η οικοδέσποινα του σπιτιού η κυρά-Γιώργαινα, για φαγητό και να συνεχίσουν το γλέντι μέχρι αργά το βράδι.

Ήταν μεγάλη παράληψη, ίσως και παρεξήγηση, αν δεν πήγαινε κάποιος χωρικός στο σπίτι του εορταζόμενου. Θεωρείτο προσβολή και περιφρόνηση στον εορταζόμενο που πολλές φορές κατέληγε και σε διακοπή οικογενειακών σχέσεων και χρειαζόταν κάποιος τρίτος να μπει στη μέση για να διορθώσει τη κατάσταση και να λήξη η παρεξήγηση.  Η επόμενη μέρα θα βρει όλους τους χωρικούς στον Αγιάννη.

                     ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΑΝΝΗ
Τη Τρίτη του Πάσχα, όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν στον Αγιάννη, ένα πανέμορφο εκκλησάκι, ριζωμένο στη πλαγιά του βουνού, νότια της Σποδιάνας (Χρυσοπηγή) κοντά στα έλατα. Πρωί-πρωί χτυπούσε η καμπάνα που κρεμόταν στο μεγάλο πουρνάρι στο προαύλιο της εκκλησίας. Με το δεύτερο κτύπο, ξεκινάνε όλοι οι χωρικοί να πάνε στον Αγιάννη που είναι και ο πολιούχος του χωριού μας. Παίρνουν μαζί τους κόκκινα αυγά, ψητά κρέατα, τυρί, κουλούρια, πίτες, κρασί… Έρχονται και άλλοι άνθρωποι από τα γύρω χωριά Κούμανι, Καλούσι, Ελληνικό (Μπούμπα) και Λακκώματα για να γιορτάσουν όλοι μαζί τη Τρίτη μέρα  της Λαμπρής στον Αγιάννη.

 Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, βγαίνουν όλοι και κάθονται στα πέτρινα κτιστά καθίσματα στο προαύλιο και ανταλλάσουν ευχές. Μόλις βγει ο παπάς και δώσει τις δικές του ευχές, όλοι απλώνουν κουβέρτες ή σεντόνια και κάθονται μπροστά και γύρω από την εκκλησία. Απλώνουν επάνω σε πολύχρωμα τραπεζομάντιλα τα κουλούρια, τα κόκκινα αυγά, όλα τα φαγώσιμα και το κρασί που έχουν φέρει από τα σπίτια τους. Αρχίζει το τσούγκρισμα των αυγών μεταξύ των και ο νικητής πηγαίνει να συναντήσει το νικητή του διπλανού νοικοκυριού να τσουγκρίσει το νικητήριο αυγό του και αν «τον σπάσει», κερδίζει έναν καλό μεζέ κρέας μ’ ένα ποτήρι κρασί. Φυσικά όλα αυτά γίνονται και με τα σχετικά «πειράγματα», «το αυγό σου είναι ξύλινο ή από πουλακίδα, πρέπει να το ελέγξουμε αν είναι γνήσιο…»

 Παλιότερα, γύρω στα 1900, υπήρχε και βραβείο για τον νικητή όλων των αυγών. Το βραβείο ήταν μια πεντακοσάρα κρασί (ένα μεγάλο μπουκάλι δύο περίπου κιλών). Όλοι οι αρχηγοί των οικογενειών έριχναν μέσα στο μπουκάλι, που κρατούσε ο επίτροπος, ένα γεμάτο ποτήρι κρασί μέχρι να γεμίσει και την έπαιρνε όποιος είχε καταφέρει να σπάσει όλα τα αυγά των νικητών  από κάθε οικογένεια.

Οι επίδοξοι μονομάχοι φρόντιζαν να προμηθεύονται, για τις αυγομαχίες, αυγά από χήνες ή πουλακίδες επειδή είναι σκληρά, ακόμη και τεχνητά, προκειμένου να βγουν νικητές, γινόντουσαν και παρεξηγήσεις τις περισσότερες φορές από τις διαφαινόμενες «ζαβολιές». Το μεσημεράκι κατέβαιναν όλοι στη μικρή πλατεία των Αγίων Αναργύρων και έστηναν το χορό με αντιφωνικά τραγούδια. Οι τραγουδιστές καθόντουσαν στις πέτρες τις μικρής πλατείας και οι χορευτές έσερναν το χορό. Δυο δίπλες ο χορός και στη μέση πάντα οι γυναίκες. Γλέντι, κέφι και χορός μέχρι να γύρει ο ήλιος. Τότε όλοι έφευγαν, ευχαριστημένοι και απόλυτα ικανοποιημένοι, για το χωριό.

Έτσι τελείωναν οι τριήμερες, ωραίες και κεφάτες εκδηλώσεις του χωριού μας. Δεν πρωτοτυπούσαν μόνο οι Σποδιαναίοι σε τέτοιου τύπου διασκεδάσεις. Υπήρχαν παρόμοιες συνήθειες και στα γειτονικά χωριά.  Όμως σε κέφι και γλέντι, τολμώ να ΄πω, υπερτερούσαμε, όσο εγωιστικό κι’ αν ακούγεται, αν λάβουμε υπόψη μας τη ψυχολογία των κατοίκων που είχε διαμορφωθεί  από τα συντρίμμια και τα ερείπια που άφησε πίσω της η Γερμανική θηριωδία τον Απρίλιο του 1944 χωρίς το χωριό μας να φταίει έστω και στο ελάχιστο, για την καταστροφή.

Σήμερα τα περισσότερα από αυτά τα έθιμα υπάρχουν και όλοι μας αγωνιζόμαστε να τα διατηρήσουμε και να τα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές αλλά δεν γίνονται όπως τότε. Πάντοτε δημιουργούνται διαφορετικές συνήθειες προσαρμοσμένες στη σύγχρονη κοινωνία και προσθέτονται στις παλιές. Οι αξιόλογοι τραγουδιστές και τα αντιφωνικά ζωντανά τραγούδια έχουν αντικατασταθεί από τη ψηφιακή μουσική. Οι λαϊκές εκδηλώσεις του παλιού καλού καιρού έχουν επηρεαστεί από τη σύγχρονη τεχνολογία που θέλει τον άνθρωπο να ενεργεί παθητικά, χωρίς να εκφράζεται όπως οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Το κρασί έχει αντικατασταθεί από τη μπύρα το ουίσκι και τα αναψυκτικά. Το παντεσπάνι, οι κουραμπιέδες και οι τηγανίτες της Τασούλας, της Αντιγόνης, της Αντρέγαινας, της Αποστολιάς και των άλλων αξιόλογων νοικοκυράδων του χωριού μας, έχουν αντικατασταθεί από το Ζαχαροπλαστείο. 
Τι κρίμα !!!   

Αθανάσιος Στάμος
Χρυσοπηγή (Σποδιάνα) Απρίλιος 2013   

2 σχόλια:


  1. Συγχαρητήρια, Κύριε Στάμο, που το γράφεται και το περιγράφεται για να Διαβάζουν και να γνωρίζουν και οι νεότερες γενιές!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγχαρητήρια !!!! Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι !!!
    Dimitrios

    ΑπάντησηΔιαγραφή