Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Εβδομήντα χρόνια από τότε (1944-2014)

       Το χρονικό της πυρπόλησης της Σποδιάνας (Χρυσοπηγής)
                          Παρουσίαση: Αθανάσιος Στάμος
Ήταν ημέρα Σάββατο 29 Απριλίου 1944 και όλα έδειχναν ήρεμα στο χωριό. Οι κάτοικοι από νωρίς το πρωί είχαν ξεκινήσει για τις καθημερινές τους ασχολίες όταν ξαφνικά ακούγονται δυνατές φωνές «χωρικοί κρυφτείτε, έρχονται οι Γερμανοί». Η παπαρβανιτάκαινα είχε ιδεί τους Γερμανούς, είκοσι περίπου ατόμων, να πλησιάζουν στο κάτω χωριό από Βόρειο-ανατολική κατεύθυνση, σε παράταξη πορείας με γρήγορο βηματισμό στο κέντρο των χωραφιών, από το κάμπο (τοπωνύμιο) και τρέχει να ειδοποιήσει τους κατοίκους. Αυτό γινόταν κάθε φορά που ερχόντουσαν οι Γερμανοί ή και οι Ιταλοί στο χωριό. Αυτή τη φορά όμως ήρθαν για κακό σκοπό.



Οι κάτοικοι και κυρίως οι νέοι, έτρεξαν ν’ απομακρυνθούν από το χωριό όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Οι περισσότεροι δεν έφυγαν από τους δρόμους εξόδου, αλλά πανικόβλητοι, έπεσαν στα περιβόλια πηδώντας φράχτες και πεζούλια και κατρακυλώντας στην απότομη πλαγιά στο «λαζί» (τοπωνύμιο δυτικά του χωριού) έφτασαν στο λαγκάδι και κρύφτηκαν στις σπηλιές και στα δάση.

Μπαίνοντας οι Γερμανοί στο χωριό, έκαναν ένα τυπικό έλεγχο σ’ όλα τα σπίτια για όπλα, όπως έκαναν κάθε φορά που ερχόντουσαν στο χωριό και χωρίς να ενοχλήσουν τους κατοίκους που είχαν μείνει, αναχώρησαν με κατεύθυνση Νοτιοδυτικά του χωριού μας προς το χωριό Κούμανι, σε απόσταση περίπου δύο χιλιόμετρα και στρατοπέδευσαν για λίγο στο εξωκλήσι της  Αγίας Παρασκευής.

Αφού δεν συνάντησαν καμία αντίσταση από τις αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ, επιστρέφουν γύρω στις έντεκα η ώρα πριν το μεσημέρι στο χωριό και με άγριες φωνές και κλωτσιές στις πόρτες των σπιτιών, καλούσαν όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στη πλατεία του χωριού.

Οι κάτοικοι, μερικοί γέροντες, γριές και παιδιά που εκείνη τη στιγμή βρέθηκαν στα σπίτια τους, συγκεντρώθηκαν στη πλατεία με φόβο και τρόμο για τη ζωή τους. Γνώριζαν φυσικά και τη καταστροφή των Καλαβρύτων και την εκτέλεση του άμαχου πληθυσμού της Πόλης που έγινε πέντε  μήνες νωρίτερα στις δεκατρείς Δεκεμβρίου 1943 και αισθανόντουσαν τον θάνατο ν’ απειλεί και τη δική τους ζωή.  Σε λίγο, πυκνός μαύρος καπνός σκέπασε την ατμόσφαιρα του χωριού. Οι στρατιώτες με τα σύνεργα του εμπρησμού είχαν βάλει φωτιά σ’ όλα τα σπίτια του κάτω χωριού.

Κάποια στιγμή, ο Γερμανός αξιωματικός ειδοποιεί τους κατατρομαγμένους κατοίκους ότι σε λίγο θα εκτελεστούν όλοι χωρίς να ειπεί την αιτία της εκτέλεσης και διατάσει τα πολυβόλα να λάβουν θέση για την εκτέλεση. Επειδή τα σπίτια κοντά στη πλατεία είχαν λαμπαδιάσει και από τις φλόγες, τις εκρήξεις και τα φλεγόμενα αποκαΐδια να εκτινάζονται γύρω, κινδύνευαν και οι ίδιοι οι στρατιώτες, μεταφέρουν τα υποψήφια θύματά τους τριάντα μέτρα πιο πέρα, στο πέτρινο αλώνι του Σούρα (αφήγηση Θεόδωρου Κραβαριώτη).

Ανάμεσα στους συλληφθέντες κατοίκους ήταν και η άλλη παπαδιά (η πρεσβυτέρα) του Παπατάσου Μαυροειδή ιερέως του χωριού. Μέσα στην απελπισία και το πεσμένο ηθικό όλων, παρότρυνε τους κατοίκους και φώναξαν όλοι μαζί «Ζήτω η Γερμανία» μήπως και μαλακώσει η εχθρική διάθεση των δολοφόνων κατακτητών και γίνει κάποια διαπραγμάτευση και γλυτώσουν οι δύστυχοι την εκτέλεση. Τότε ο αξιωματικός του εκτελεστικού αποσπάσματος ρωτάει τον διερμηνέα «τι λένε οι χωρικοί» και ο διερμηνέας μετέφρασε τα λόγια που είπαν οι χωρικοί. Τότε όλο το Γερμανικό απόσπασμα ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια επειδή θεώρησαν τα λόγια των υποψηφίων θυμάτων τους μικροπρεπή κολακεία.       

Ξαφνικά φάνηκαν στον ουρανό δύο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν από το Διοικητή της Γερμανικής αποστολής που βρισκόταν στο απέναντι χωριό τον Κάλανο. Η πρώτη ήταν κίτρινη και οι στρατιώτες έλαβαν θέση για την εκτέλεση. Σε λίγο πέφτει και η δεύτερη η πράσινη. Ο φόβος κορυφώνεται όμως όταν ένας στρατιώτης πλησιάζει τους κατοίκους κρατώντας μια χειροβομβίδα. Η παπαδιά τον πλησιάζει και τον ρωτάει «τι πας να κάνεις εκεί στρατιώτη; Θα μας σκοτώσεις;» και του πιάνει τα χέρια για να τον αποτρέψει για το κακό που ετοιμαζόταν να κάνει. Ο στρατιώτης έκανε μια κίνηση με τους ώμους του υπονοώντας ότι έτσι έπρεπε να κάνει. Έτσι του είπε ο αξιωματικός να κάνει. Ίσως για να φοβίσει περισσότερο τους κατοίκους.

Το χωριό είχε γεμίσει από τεράστιες γκριζοκόκκινες φλόγες και πυκνούς μαύρους καπνούς η δε ατμόσφαιρα, απελπιστική και αποπνιχτική (αφήγηση Μέλπως Μαυροειδή που για λίγα λεπτά καθυστέρησης στο χωράφι που βρισκόταν με τον πατέρα της, τον ιερέα του χωριού, απέφυγε τη σύλληψη).

Οι Γερμανοί δεν εκτέλεσαν τους χωρικούς, αλλά τους έκλεισαν όλους σε μια χαμοκέλα του Σούρα, δίπλα στη πλατεία κοντά στο Ηρώο των πεσόντων του χωριού μας λέγοντας «να μην φύγει κανένας μέχρι να γυρίσουμε γιατί θα το πληρώσει με τη ζωή του» και όλοι μαζί αναχώρησαν για το επάνω χωριό όπου έβαλαν φωτιά σ’ όλα τα σπίτια, αλλά δεν βρήκαν κανέναν κάτοικο.

Η Σοφία, σύζυγος Γεωργίου Βέτσου, στη κάτω Σποδιάνα, είχε κρυφτεί στο κήπο της κάτω από τις πυκνές κλαρωτές φασουλιές της και απόφυγε τη σύλληψη των Γερμανών. Μόλις είδε το Βετσαίικο σπίτι να φλέγεται, έτρεξε και με μια κατσαρόλα που βρήκε εκείνη τη στιγμή, έπαιρνε νερό από το αυλάκι που περνούσε έξω από το σπίτι της και το έσβησε.  Σώθηκε όμως το μεγαλύτερο μέρος.

Οι υπόλοιποι χωρικοί που ήταν κλεισμένοι, από τους Γερμανούς στη χαμοκέλα του Σούρα, αφού έσπασαν την πόρτα, έτρεξαν άλλοι προς τα σπίτια τους μήπως προλάβουν και σώσουν κάτι από τα υπάρχοντά τους και άλλοι προς το λαγκάδι ή το δάσος, να συναντήσουν τους  συγχωριανούς τους.

Όλοι μαζί, βλέποντας τα τεράστια μαύρα σύννεφα καπνού να υψώνονται στον ουρανό και να σκοτεινιάζουν τον ήλιο τ’ Απρίλη, θρηνούσαν βουβά το χαμένο βιός τους και τα σπίτια τους μ’ ένα θανάσιμο ανάθεμα στο βάρβαρο κατακτητή για την καταστροφή που τους έκανε.

Ο γράφων αυτό το στιγμιότυπο του χρονικού της πυρπόλησης του χωριού μας, καθώς και άλλα στιγμιότυπα, μικρό παιδί τότε και όλο περιέργεια, βρισκόμουνα απέναντι και δυτικά του χωριού στη θέση Λάκα, επάνω στο βράχο μέσα στους θάμνους κρυμμένος, παρακολουθώντας με πόνο ψυχής τις εξελίξεις. Από εκείνη την ημέρα είχα συνειδητοποιήσει την αδικία που γινόταν στο χωριό μας και πήρα την απόφαση να μάθω με κάθε τρόπο, όταν μεγαλώσω, γιατί το χωριό μας έγινε παρανάλωμα του πυρός από ξένους κατακτητές και από τότε άρχισα να ψάχνω, να ρωτάω τους μεγαλύτερους και με τη πάροδο του χρόνου να διαβάζω και βιβλία, πολλά βιβλία. Σε άλλο κεφάλαιο θα αναφέρω τις λεπτομέρειες της έρευνας.

Ένα άλλο περίεργο στιγμιότυπο που έχει ίσως κάποια ιδιαίτερη σημασία και χαρακτηρίζει ορισμένους Γερμανούς στρατιώτες εκείνης της ημέρας, είναι το ακόλουθο. Η Σοφία Κραββαριώτη, ήταν λεχώνα δέκα ημερών και βρισκόταν μέσα στο σπίτι της με το νεογέννητο κοριτσάκι της την Ανδριάνα. Οι Γερμανοί στρατιώτες έβγαλαν το μωράκι έξω από το σπίτι μαζί με τη μητέρα του και στη συνέχεια έριξαν μέσα στο σπίτι μια κίτρινη σκόνη και με ένα ειδικό πιστόλι, πυροβόλησαν πάνω στη σκόνη και αυτομάτως το σπίτι τυλίχτηκε στις φλόγες. (αφήγηση Θεόδωρου Κραββαριώτη κατοίκου του χωριού).

Ο Θεοδωράκης ο Παπαστάμος(Χαραμής) βρισκόταν στο δάσος με τα έλατα απέναντι από την άνω Σποδιάνα στη θέση αμμουδερή. Όταν είδε τους Γερμανούς να αναχωρούν από τη κάτω Σποδιάνα για την επάνω Σποδιάνα, φωνάζει πολύ δυνατά και λέει στη γυναίκα του τη Βικτωρία, να πάρει τα παιδιά και ότι άλλο μπορεί και να φύγει από το σπίτι γιατί αναβαίνουν οι Γερμανοί. Οι  κατακτητές, άκουσαν τις φωνές και ξαφνικά μια οβίδα πέφτει δίπλα στο βράχο  που κάλυπτε τον Θεοδωράκη, χωρίς αποτέλεσμα φυσικά.

Πράγματι η Βικτωρία παίρνει τις δύο κόρες της, τη Σοφία και την Ασπασία και κατέβηκαν στο βράχο Βαρνί και κρύφτηκαν μέσα στις σπηλιές. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, γύρισε στο σπίτι της και βρήκε όλα τα σπίτια στο πάνω χωριό της Σποδιάνας τυλιγμένα στις φλόγες καθώς και το δικό της. Όμως η Βικτωρία είχε σκεπάσει στη διπλανή χαμοκέλα με τσίγκους διάφορα τρόφιμα και ψωμί, λάδι και άλλα  φαγώσιμα που δεν τα είδαν οι εμπρηστές και σώθηκαν.

 Από το σπίτι τους σώθηκε μόνο το βαρέλι με το λάδι, το βαγένι με το κρασί και το κασόνι με το στάρι. Από τα υπόλοιπα σπίτια δεν σώθηκε απολύτως τίποτα. Μόνο αποκαΐδια και ερημιά. Σώθηκαν μόνο οι κάτοικοι μέσα στη δυστυχία, στο πόνο, την απελπισία και την εξαθλίωση. (αφήγηση Σοφίας Παπαστάμου). 

Οι κατακτητές άρπαξαν ότι βρήκαν χρήσιμο από το χωριό και το εγκατέλειψαν σε ερείπια. Οι κάτοικοι προσπαθούσαν να μαζέψουν ότι είχε απομείνει από τα κατεστραμμένα. Η Σποδιάνα δεν είχε ανθρώπινα θύματα, όμως η 30η Απριλίου 1944, βρήκε όλους τους κατοίκους του χωριού άστεγους και δυστυχισμένους. Βασικά τρόφιμα δεν υπήρχαν, ούτε σπίτι να κατοικήσουν. Σκόρπησαν περίλυποι και εξουθενωμένοι στα χωράφια να μαζέψουν χόρτα, φρούτα και ότι άλλο φαγώσιμο υπήρχε.

Κατέφυγαν στις σπηλιές και στη κατασκευή ξύλινων καταλυμάτων, καλύβες, ξυλότζες, και οτιδήποτε άλλο μέσο που θα τους εξασφάλιζε στέγη. Από τις πρώτες ημέρες του Μαΐου 1944 ξεκινάει μια άλλη κατοχή με πιο σκληρές συνθήκες διαβίωσης. Οι περισσότεροι κάτοικοι και  τα μικρά παιδιά, γυρνούσαν χωρίς παπούτσια και ρακένδυτοι στους λόγγους και στα χωράφια με τα αγκάθια (τις αφαλαρίδες) μαζεύοντας ακόμα και βελανίδια από τα πουρνάρια να τα ψήσουν στη φωτιά, να τα φάνε για να επιζήσουν. Το φάσμα της πείνας και της δυστυχίας, άρχισε ν’ απλώνεται παντού με θύματα απλούς χωρικούς, τους κατοίκους της Σποδιάνας (Χρυσοπηγή) και το εύλογο ερώτημα να παραμένει, ΓΙΑΤΙ;

Αθανάσιος Στάμος Χρυσοπηγή Απρίλιος   2014
 Στοιχεία από το ανέκδοτο βιβλίο μου
 Μνήμες και θύμησες από την  παραδοσιακή Σποδιάνα

4 σχόλια:

  1. Είναι κάτι τρομερό!!! Προκαλεί Μεγάλη Συγκίνηση!!!
    Συγχαρητήρια, Κύριε Στάμο, που το γράφεται και το περιγράφεται για να Διαβάζουν και να γνωρίζουν και οι νεότερες γενιές!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγχαρητήρια πολύ συγκινητική όλη η αναφορά!
    Dimitrios

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΟΙ ΘΗΡΙΩΔΙΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΤΕΛΟΣ.............

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. " Όποιος γράφει την Ιστορία της Ιδιαιτέρας του πατρίδας, ξεπληρώνει Ιερό χρέος προς αυτήν "
    Niebuhr, Barthold Georg,
    (Γερμανός Ιστορικός)

    ΑπάντησηΔιαγραφή