Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Αηβασιλιάτικα Κάλαντα στη Σποδιάνα τον περασμένο αιώνα

Παρουσίαση: Αθανάσιος Στάμος

Ο Μέγας Ιεράρχης της εκκλησίας Βασίλειος, θεωρείται ο κατ’ εξοχήν αντιπρόσωπος της πένας, του χαρτιού και του καλαμαριού.
«Που έχει τον ουρανό χαρτί, τη θάλασσα μελάνι ,
το χέρι του το άγιο, αθάνατο κονδύλι, 
με το κονδύλι έγραφε και με το χαρτί μιλούσε,
και πρόλεγε τις τύχες των ανθρώπων και του Έθνους»


Απ’ τα πολύ παλιά τα χρόνια έχουν καθιερωθεί στο χριστιανικό κόσμο να λέγονται τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς. Στη Σποδιάνα το έθιμο ανάγεται στο απώτερο παρελθόν, στους αιώνες που πέρασαν. Ο τρόπος που τραγουδούσαν τα κάλαντα οι προπάτορές μας είναι αξιοπερίεργος και ίσως πρωτότυπος. Αναφέρομαι στην εποχή γύρω στα 1850 από μαρτυρία του παππού μου γερο-Θανάση Στάμου που είχε λάβει ενεργό μέρος σε τέτοιες εκδηλώσεις. Οι καλλίφωνοι αγιοβασιλιάτικοι τραγουδιστάδες, ξεκινούσαν να τραγουδούν τα  κάλαντα παραμονή της πρωτοχρονιάς. Στο ξεκίνημα η παρέα αποτελείτο από δυο κοινωνικά καταξιωμένα άτομα του χωριού και έμπαιναν στο πρώτο σπίτι (που συνήθως ήταν του Νίκα ή του Κραβαριώτη στο κάτω χωριό) και έλεγαν τα κάλαντα. Αργότερα όμως, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, οι τραγουδιστάδες πλαισιώθηκαν και με μουσικά όργανα, με κλαρίνο το Φίλιππα Βέτσο, βιολί το Νικολό Σούρα, λαούτο το Κώστα Πατσαβά και ταμπουρά το Νίκο Στάμο. Αν θα μπορούσαμε νοερώς να μεταφερθούμε, έστω και για λίγο, σε κείνη την εποχή, που στο χωριό μας υπήρχαν εξήντα οικογένειες με 300 περίπου άτομα, πόσο όμορφα θα νοιώθαμε σε μια τέτοια αγιοβασιλιάτικη περιοδεία των προγόνων μας από σπίτι σε σπίτι, με το λαδοφάναρο στο χέρι για το βαθύ σκοτάδι, μέσα στο τσουχτερό κρύο του χειμώνα!!!

                                Τα Αηβασιλιάτικα Κάλαντα
«Αρχιμηνιά πρώτη μηνιά, πρώτη του Γεναρίου,  Άγιος Βασίλης έρχεται από τη Καισαρεία, βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι, το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε. Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθε’ κατεβαίνεις; Από τη μάνα μου έρχομαι και στο σκολειό πηγαίνω. Βασίλη ξέρεις γράμματα, πες μας την αλφαβήτα. Και το ραβδί τ’ ακούμπησε να πει την αλφαβήτα. Ξερό χλωρό ήταν το ραβδί χλωρούς βλαστούς πετάει και πάνω στο ξεβλάστωμα περδίκια κελαηδάνε. Δεν είν’ περδίκια μοναχά, είναι και περιστέρια, τα περιστέρια φύγανε και πάν’ στη κρύα βρύση, φέρνουν νερό στα νύχια τους και χιόνι στα φτερά τους, να λούσουν τον αφέντη τους να νίψουν την κυρά τους. Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα, πόχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι, και τον καθάρειο αυγερινό βούλα και δακτυλίδι, αν έχεις άσπρα δώστα μας, φλωριά μη τα λυπάσαι, κι’ αν έχεις και λιανόλεπτα δως μας τη δούλεψή μας. Και δώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μην ραγίσει κι’ ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει» Χρόνια πολλά, χρόνια καλά!

Οι νοικοκυραίοι του σπιτιού έδιναν για τη δούλεψη των τραγουδιστάδων» χρήματα, σιτάρι ή αραποσίτι, ανάλογα τι μπορούσαν να προσφέρουν «για το καλό του χρόνου» που άρχιζε την επόμενη ημέρα. Στη παρέα των δυο ατόμων έμπαινε  και ένα τρίτο άτομο από την οικογένεια του σπιτιού και πήγαιναν στο επόμενο σπίτι με μεγαλύτερη παρέα. Σιγά σιγά, από κάθε σπίτι, έμπαινε και ένα νέο άτομο, και έτσι στο τέλος της περιοδείας τους σ’ όλα τα νοικοκυριά του χωριού ετύχαινε να είχε λάβει μέρος σχεδόν όλο το χωριό της Σποδιάνας στα αγιοβασιλιάτικα κάλαντα.

Όταν όμως η συντροφιά με τους πολλούς τραγουδιστάδες έφτανε στο τελευταίο σπίτι του χωριού, (που συνήθως ήταν του Πετρούτσου ή του Γουρδούπη στο πάνω χωριό), δεν ήταν δυνατό να μπουν όλοι στο σπίτι, παρά μόνο έμεναν στη αυλή του σπιτιού και τραγουδούσαν τον αηβασίλη, τυλιγμένοι στις χοντρές μάλλινες χειμωνιάτικες κάπες τους για προστασία από τη παγωνιά και τις απροσπέλαστες Γεναριάτικες χιονοστιβάδες. Έμπαινε μόνον ένας από τη παρέα που μάζευε τα χρήματα καθώς και τα γεννήματα κρατώντας ένα σακί και έλεγε: «νοικοκυραίοι καλή ταχινή, ρίχτε κάτι στο σακί.» Αν το επέτρεπε ο καιρός, έβγαινε η νοικοκυρά στην αυλή του σπιτιού μ’ ένα ταψί τηγανίτες ή μεζέδες και «πρόσφερε» στους τραγουδιστάδες και ο νοικοκύρης με δυο ποτήρια στο χέρι,«κερνούσε κρασί» και όλοι μαζί ευχόντουσαν μεταξύ τους ολόκαρδα, «καλή ταχινή», καλή αυριανή, καλή πρωτοχρονιά, (ταχινή,  από το ταχιά= αύριο, πληθυντικός του ταχύς).

Υπήρχαν όμως και δύο νοικοκυραίοι που δεν άνοιγαν την πόρτα τους, στους τραγουδιστάδες του αηβασίλη. Δεν ήθελαν να δώσουν χρήματα ή γέννημα και η συντροφιά δεν πήγαινε σ’ αυτούς για τα κάλαντα, τους αποκαλούσαν «καρμίρηδες» (τσιγκούνηδες). Αυτοί ήσαν άνθρωποι σοβαροί, αξιοπρεπείς και με μεγάλες οικογένειες. Ο Γιάννης Θεοφανόπουλος γεννηθείς τη πρώτη δεκαετία του 1900, μου διηγήθηκε και το εξής περιστατικό. Κάποτε στη Βαλμαντούρα έπεσε ένα πλατάνι πάνω στο γεφύρι και το γκρέμισε μ’ αποτέλεσμα η συγκοινωνία με τη Χαλανδρίτσα να ήταν δύσκολη το χειμώνα που ο ποταμός πείρος είναι φουρτουνιασμένος. Τότε σχηματίστηκε μια επιτροπή από κατοίκους της περιοχής και πήγαιναν σ’ όλα τα χωριά να μαζέψουν χρήματα ή γεννήματα για ν’ αγοράσουν από τη Χαλανδρίτσα μερικούς κορμούς δέντρων (κυπαρίσσια) και να κατασκευάσουν ξυλογέφυρο.

Η επιτροπή με πρόεδρο τον Γκολφίνο από τον Αράπη, ήρθε και στη Σποδιάνα για τον έρανο. Δεν πήγε όμως στους δυο «καρμίρηδες» για να ζητήσει χρήματα ή γέννημα. Τότε οι «καρμίρηδες» το θεώρησαν μεγάλη προσβολή. Πλησίασαν την επιτροπή και έδωσαν από ένα σακί αραποσίτι ο καθένας λέγοντας. «για καλό σκοπό δίνουμε, όχι όμως σ’ αυτούς που παίζουν χαρτιά στο καφενείο και μας κοροϊδεύουν».

Πλησίαζε σχεδόν το μεσονύχτι και οι τραγουδιστάδες στο τελευταίο σπίτι μοίραζαν τη δούλεψη τους,  το γέννημα το πουλούσαν στο μαγαζί του χωριού και έπαιρναν χρήματα. Οι περισσότεροι γύριζαν στο σπίτι τους και άλλοι πήγαιναν στο καφενείο και έπαιζαν τον «αηβασίλη» στα χαρτιά με τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει. Μ’ αυτό τον τρόπο τελείωνε ο παλιός ο χρόνος στη Σποδιάνα, με τραγούδια, με γλέντια στους γιορτοβασίληδες, με χαρούμενα ξεφαντώματα. Το Έθιμο ξεθώριασε μετά το παρανάλωμα πυρός και την ολοσχερή καταστροφή του χωριού μας από τους Γερμανούς-Ναζί στις 29 Απριλίου 1944

Αθανάσιος Στάμος, Αθήνα  Ιανουάριος    2018
Στοιχεία από το ανέκδοτο πόνημά μου

«Μνήμες και θύμισες από τη παραδοσιακή Σποδιάνα»

1 σχόλιο:

  1. Χρόνια Πολλά, το 2018 να γίνει έτος Δημιουργίας Προόδου για τους Πολίτες και για την Πατρίδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή